Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες του βάλτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες του βάλτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Παραμύθια ενός ταξιδιώτη #5



-"Τι στο διάολο κάνετε, μου εξηγείτε!?"

     Σταμάτησαν όλοι μονομιάς, μην έχοντας κάτι να απαντήσουν. Και να είχαν άλλωστε, οι δυνάμεις τους είχαν εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό, μια κι οι ώρες ήταν πολλές, και τις περισσότερες απ' αυτές ο ήλιος χτυπούσε αλύπητα. 

-"Ελάτε εδώ, γαμώ το κέρατό μου.." 

     Ο τόνος της φωνής του άρχισε να πέφτει, γεγονός καθόλου ενθαρρυντικό πάντως, κι όλοι τους το κατάλαβαν αυτό καθώς πλησίαζαν απρόθυμα. Κανένας τους βέβαια δεν ήθελε να ξεχωρίζει από τον άλλο κινδυνεύοντας να γίνει δέκτης ειδικής μνείας στον επερχόμενο παροξυσμό, επομένως όλοι λίγο- πολύ είχαν φροντίσει να κρατήσουν μια σχετική απόσταση. Είχαν αρχίσει να αποκτούν εμπειρία σ' αυτό..

      Ήταν φανερό πως οι αντοχές του είχαν φθείρει αρκετά με τα χρόνια, μέχρι κι ο ίδιος μπορούσε να το παραδεχτεί. Πλέον κουραζόταν αρκετά πιο εύκολα, και δε μπορούσε να δείξει την ίδια υπομονή όπως στις πρότερες δόξες του, ειδικότερα όταν ζητούσε κάτι και δεν έβλεπε να γίνεται. Τουλάχιστον όχι άμεσα. Μέσα του αναρωτιόταν αν αυτό ήταν ένα ακόμη πασιφανές σημάδι κατάπτωσης, άλλη μια πινακίδα που έλεγε πως φτάνει στο τέρμα του ταξιδιού. Τα νεύρα της στιγμής όμως τον εμπόδιζαν στην αναζήτηση κάποιας σχετικής και ψύχραιμης απάντησης, δεν είχε άλλωστε σκοπό να ανοίξει το στόμα του για να τους ψάλλει κυριακάτικους ύμνους..

-"Τι στο διάολο κάνετε!? ΘΑ ΜΟΥ ΕΞΗΓΗΣΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ!?!?". το ουρλιαχτό έσπασε την αμήχανη σιωπή καθώς κλωτσούσε μερικά μπουκάλια νερό που δυστύχησαν να βρεθούν κοντά του. Κανείς δεν τον κοιτούσε. Ποιος τρελός να συναντούσε το βλέμμα του? "Ζητάω σαν μαλάκας τόση ώρα να γίνει ένα γαμημένο πράγμα, ΚΑΙ ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΓΑΜΩ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΜΟΥ!!", συνέχισε πετώντας σάλια στους μπροστινούς. "Σας είπα τόσες φορές τι ακριβώς θέλω, πώς ακριβώς το θέλω..Κι έχουμε φάει τόση ώρα..Είναι λοιπόν τόσο δύσκολο αυτό που ζητάω!?"

     Και πάλι καμία απάντηση. Με λίγη τύχη όλη αυτή η εκτόνωση θα οδηγούσε σε ένα τέλος. Με λίγο έλεος από μεριάς του, σε λίγο θα έβλεπαν το δρόμο του γυρισμού στην ησυχία και τη χαλάρωση του σπιτιού τους. Αυτές τις σκέψεις έκαναν μετά σιωπηρής συμφωνίας οι περισσότεροι. 

Όχι όμως όλοι:

-"Ναι, αλλά είμαστε τόση ώρα εδώ..!", αναφώνησε ο Μαρκ ο αρχηγός.

     Πλέον όλοι κρατούσαν την ανάσα τους. Γύρισαν να τον κοιτάξουν με ένα "μην-το-χειροτερευεις-ρε-Μαρκ-γαμωτο" βλέμμα. Δεν τσιγκλίζεις τόσο εύκολα το μάτι του δράκου, χωρίς συνέπειες μάλιστα..

-"Για ξαναπές το, ρε μάστορα.."

-"Λέω, είμαστε ώρα εδώ και δε μπορούμε ούτε να σκεφτούμε πλέον! Έχουμε παραδώσει πνεύμα, δεν το βλέπετε?"

-"Ενώ νωρίτερα είχατε κάνει μπάνιο στην οξυδέρκεια.. ΜΕ ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ ΡΕ!? Αν δε με γράφατε στ' αρχίδια σας απ' την αρχή, θα 'χαμε ξεκουμπιστεί ώρα τώρα!!!"

-"Ίσως γιατί μας έχει βγει η γλώσσα όχι ώρα, μέρες τώρα! Μας έχεις ταράξει στη δουλειά και δε λες να το καταλάβεις! Πώς αλλιώς να στο δείξουμε?"

     Αν πριν επικρατούσε αμήχανη σιωπή, αυτό τώρα το έλεγες τρομακτική ησυχία μιας μοναχικής νύχτας σε νεκροταφείο. Όλοι παρακολουθούσαν με ανανεωμένο ενδιαφέρον το μπρα-ντε-φερ ανάμεσα στα λυσσασμένα βλέμματα των δυο, περιμένοντας την επόμενη φράση να τουφεκίσει τη σιωπή.

-"Δεν έφτασα μέχρι εδώ μικρέ για να δέχομαι υποδείξεις από ένα παιδαρέλι..", είπε με τρεμάμενη φωνή που έσταζε μανία.

-"Ούτε εγώ δέχομαι υποδείξεις από έναν μέθυσο..", απάντησε κοιτώντας τον κατάματα.

     Το μυαλό του σταμάτησε στιγμιαία. Η ματιά του άστραψε. Πλέον είχε ξεπεράσει τα όρια της ανοχής του κι η ψυχραιμία φάνταζε μακρινή ανάμνηση, καθώς έσφιξε τις γροθιές του και τον πλησίασε απειλητικά. Οι πιο κοντινοί έσπευσαν να μπουν στη μέση, προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα. Ένιωσε χέρια να τον κρατούν πίσω.

Κατάφερε παρ' όλα αυτά να φτάσει μπροστά στο πρόσωπο του Μαρκ που δεν έκανε βήμα πίσω, για να του πει τα τελευταία χαμηλόφωνα λόγια:

-"Έχεις τελειώσει, πουστράκι. Εγώ θα σε τελειώσω. Χάσου από μπροστά μου! ΔΡΟΜΟ!"

     Δε χρειάστηκε να το πει άλλη φορά, σε αντίθεση με πριν. Ο Μαρκ γύρισε αμίλητος και τράβηξε προς την έξοδο. Πολύ νωρίτερα από τους υπόλοιπους.

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Reborn



-"Τα αφανίσαμε τα μπαστάρδια!"
-"Έλα, στην υγειά της Γιάφκας! Καλά τους έκανες, Αρχηγέ!"

     Μόνο τσουγκρίσματα ποτηριών γεμάτα ακριβό κρασί και γέλια ακούγονταν από το μακρύ τραπέζι στο βάθος του πολυτελούς εστιατορίου "Kurin Fazan", στο κέντρο της Πιονγιάνγκ. Οι προσκεκλημένοι, ντυμένοι με κουστούμια σε σκούρα χρώματα, φαίνονταν ιδιαίτερα ευδιάθετοι για κάποιο λόγο εκείνο το βράδυ Σαββάτου. 9 Μαϊου έδειχνε χαμηλά το μεγάλο ρολόϊ  στον τοίχο.

-"Πού βρίσκονται τώρα Αρχηγέ;", ρώτησε ο Γουoν Τον, απευθυνόμενος στον άντρα που καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού.
-"Κάπου μακρυά κι ήσυχα, αν έχουν καθόλου μυαλό στο κεφάλι τους.", απάντησε με βαθιά φωνή ο Γκάντο, αρχηγός της Kkangpae εδώ και 20 χρόνια. Το όριζε η παράδοση ο Αρχηγός της Κορεάτικης Μαφίας να ντύνεται στα λευκά, κι έτσι ξεχώριζε εύκολα από την ομήγυρη.
Γέλασαν αρκετοί, περισσότερο από σεβασμό..
-"Για πείτε, ποια ήταν η αγαπημένη σας εκπομπή; Χαχαχα..", ειρωνεύτηκε ο Σετσουάν που είχε πιει παραπάνω από τους υπόλοιπους.
-"Νομίζω η 4η ήταν που παίξανε και Anathema..!"
-"Και τώρα τι, θα τα ακούμε μόνο από CD; ΧΑΧΑΧΑΧΑ!", συνέχισαν τα κακόγουστα αστεία, αγνοώντας προφανώς την ύπαρξη συσκευών αναπαραγωγής mp3.
-"Εμένα κι η 2η μου φάν.."
ΜΠΑΑΜ!

     Ένας δυνατός κρότος κάλυψε για λίγο κάθε άλλο ήχο. Κόσμος άρχισε να τρέχει ουρλιάζοντας πάνω- κάτω στη λεωφόρο κι οι πρώτες σειρήνες δεν άργησαν να αντηχήσουν. Οι άντρες του τραπεζιού, σαν σε απόλυτη συνεννόηση, τράβηξαν χωρίς δεύτερη σκέψη τα σιδερικά από την εσωτερική του σακακιού. Ποιος αδαής άλλωστε θα τολμούσε να τους πει κάτι, στην ίδια τους την περιοχή. Η αστυνομία; Όρμηξαν αποφασιστικά έξω, και τότε το αντίκρισαν εμβρόνητοι..
     Ένα χαμογελαστό πρόσωπο, τόσο απλά δομημένο που θα το δημιουργούσε με το μολύβι του κι ένα παιδί στο δημοτικό, σχηματιζόταν τώρα από τα φλεγόμενα παράθυρα του ουρανοξύστη που δέσποζε απέναντι από το εστιατόριο. Όχι, δε γίνεται να αφορούσε άλλον, πέρα από αυτούς.. Μα και πάλι, πως; Αδύνατον..

    Μέσα στο χαμό ο Γκάντο πρόσεξε παραδίπλα ένα μικρό ζητιανάκι, ξυπόλητο όπως ήταν και καθισμένο οκλαδόν στο πεζοδρόμιο. Φάνηκε να μη δίνει σημασία στον κόσμο που τον προσπερνούσε τρομαγμένος. Ζωγράφιζε ήσυχα στο τραχύ τσιμέντο του δρόμου κρατώντας ένα αντικείμενο με έντονο ροζ χρώμα. Τα μηνίγγια στο πρόσωπο του Γκάντο άρχισαν να χτυπάνε σαν τρελά!
-"Έι, εσύ μικρέ!", του φώναξε καθώς τον πλησίαζε τρέχοντας σχεδόν. Ο μικρός τον είδε κι έκανε να φύγει, μα δεν ήταν τόσο γρήγορος ώστε να αποφύγει το απλωμένο χέρι που τον άρπαξε.
-"Πού το βρήκες αυτό; Λέγε!". Ο μικρός ζητιάνος ήταν τόσο μικροκαμωμένος, που ο Γκάντο τον είχε σηκώσει στο ύψος του προσώπου του χρησιμοποιώντας το ελεύθερο χέρι του.
-"Ε..Εγώ..Δυο κύριοι πέρασαν και μου το έδωσαν πριν λίγο..!", είπε τρομαγμένα ο μικρός κουνώντας στον αέρα τα λεπτά πόδια του.
-"Και προς τα πού πήγαν που να πάρει!;"
-"Εε.. Δεν πρόσεξα! Συγν.."
Ο Γκάντο άνοιξε τη γροθιά του κι ο μικρός έπεσε αμέσως στο έδαφος. Το αντικείμενο ξέφυγε από τα χέρια του, μα δε φάνηκε να τον απασχολεί ιδιαίτερα. Σηκώθηκε σβέλτα και το 'βαλε στα πόδια, αφήνοντας τον Γκάντο να παρατηρεί το απομεινάρι. Ήταν αυτό που φοβόταν, ένα σαπούνι..
-"ΤΣΑΚΙΣΤΕΙΤΕ ΝΑ ΤΟΥΣ ΒΡΕΙΤΕ, ΗΛΙΘΙΟΙ! ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ!!"ούρλιαζε στους δικούς του, πετώντας σάλια από την οργή του. Εκείνοι είχαν παραλύσει. Και τότε έγινε..
ΜΠΟΥΥΜ!

     Ένας δεύτερος κρότος, πιο δυνατός από τον προηγούμενο. Ο ουρανοξύστης άρχισε να καταρρέει τραντάζοντας το έδαφος. Το χαμόγελο στην πρόσοψη άρχισε να παραμορφώνεται και να δίνει τη θέση του στον μαύρο καπνό. 

Το κτίριο έπεφτε.
Η Γιάφκα ξαναγεννιόταν.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

Παραμύθια ενός ταξιδιώτη #4

Agoraphobia, by Xagamus



     Στεκόταν απέναντί τους για πρώτη φορά. Πίσω του ο Σάμουελσον κι οι υπόλοιποι μεγάλοι είχαν φροντίσει να τον παρουσιάσουν πρώτα, πριν του δώσουν τη σκυτάλη στο λόγο, προτού κάνει μερικά βήματα μπροστά έτσι ώστε να είναι ορατός από όλους στον νυχτερινό ουρανό. Κι ήταν τόσοι πολλοί.. Δεν του άρεσε ο πολύς κόσμος, ειδικότερα αν έπρεπε εκείνος να βρίσκεται στο κέντρο του. Αγοραφοβία!, του είχε πει κάποτε ένας φίλος γιατρός στη Ντιζόν. Σιωπή για λίγο. Όλοι περίμεναν κάτι να πει.

     Εκείνος όμως απλά τους κοίταζε, και σκεφτόταν. Ανάθεμα αν όλα αυτά τα χρόνια είχε συγκρατήσει στη μνήμη του 5-10 από όσους είχε γνωρίσει, ανάθεμα κι αν θα θυμόταν κάποιον από αυτούς εδώ αργότερα. Πόσο εύκολα μπαίνει κανείς σ' αυτή τη διαδικασία ξανά και ξανά; Κι έπειτα πώς να ξεκινήσει; Να τους πει "γεια"; Να πει το όνομά του κι από πού προέρχεται; Τι πρέπει μαζί να πετύχουν; Ότι έχει καλό προαίσθημα για όλο αυτό;
     Όχι. Είχε βαρεθεί να λέει κάθε φορά τις ίδιες μαλακίες. Δε θα έκανε τον καραγκιόζη ακόμα και τώρα που το τέλος του είχε αρχίσει να διαγράφεται.

"Πείτε μου τα ονόματά σας ένας-ένας, σας παρακαλώ."

     Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους απορημένοι. Αναπάντεχη ερώτηση και συνάμα δύσκολη, αν κρίνει κανείς από την απροθυμία που πλημμύρισε το σύνολο. Κάποια αμήχανα γελάκια ακούστηκαν πιο πίσω. Δεν τους ζήτησε δα να του λύσουν μαθηματική εξίσωση 3ου βαθμού. "Τι ζόρι τραβάει ο γέρος;" μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις πολλών. Ήταν μάλλον η σειρά του να περιμένει υπομονετικά.

"Μπάρυ", απάντησε ο πρώτος θαρραλέος.
"Ρος", ο επόμενος.
"Τζέημς", όλο και περισσότεροι όλο και πιο γρήγορα.
"Μαρκ", ένας πιτσιρικάς με τρεμάμενη φωνή.
"Μπάρυ κι εγώ."
"'Άσλεϋ"...

     Κράτησε κάμποσο, μα περίμενε μέχρι και τον τελευταίο. Άφησε τη σιωπή να σκεπάσει τον απόηχο όσων ακούστηκαν λίγο πριν κι έπειτα τους έριξε ένα διερευνητικό βλέμμα. Ήταν το αφεντικό τους υποτίθεται, μα μετά από τόσα χρόνια δεν έτρεφε αυταπάτες. Εκείνος εξαρτιόταν πολύ περισσότερο από αυτούς. Κοιτάζοντάς τους λοιπόν μπορούσε να διακρίνει μεγάλο εύρος σε ηλικία, ύψος και βάρος. Δεν ήταν σίγουρος πως του άρεσε αυτό.

"Ειλικρινά, δε θυμάμαι ούτε ένα όνομα από αυτά που άκουσα", αποκρίθηκε βυθίζοντας το ακροατήριο σε θυμωμένη απορία. Προς τι όλο αυτό τότε; "Σίγουρα όχι αύριο, σίγουρα όχι την άλλη εβδομάδα. Θέλω αρκετό χρόνο για να μάθω ακόμα και 2-3 από εσάς. Η ηλικία όπως καταλαβαίνετε δε βοηθάει. Όχι ότι είναι απαραίτητο όμως να συμβεί.."

"Ο τύπος μας δουλεύει μου φαίνεται.."
"Γέρο αν έχεις Αλτσχάιμερ, τράβα σε κανα ΚΑΠΗ καλύτερα!"
"Τον βαρέθηκα ήδη."

"Και ξέρετε γιατί δε χρειάζεται; Γιατί για να μάθετε να λειτουργείτε σαν σύνολο θα πρέπει κι εσείς οι ίδιοι να τα ξεχάσετε. Δε με νοιάζει από πού έχετε έρθει, πού έχετε φτάσει και γιατί πιστεύετε ότι θα πρέπει να σας αντιμετωπίσω διαφορετικά από τους άλλους. Από εδώ που στέκομαι σας βλέπω όλους ίσους."

Σταμάτησε για λίγο. Κάτι άλλαζε..

"Δεν έχω κάτι μαζί σας, έτσι έχω μάθει όμως να λειτουργώ και δεν έχω σκοπό να το αλλάξω. Θα μπορούσα να σας πρήζω αυτή τη στιγμή με λογύδρια για στόχους, ελπίδες, προσπάθεια κι άλλες τέτοιες παπαριές. Για μένα όμως είναι πιο σημαντικό να ξεκαθαρίσω αυτό από την αρχή κι όλας. Ας κάτσει μέχρι αύριο ο καθένας από εσάς να σκεφτεί αν όντως θέλει να συνεργαστεί μαζί μου. Μόνο αυτό τον χώρο έχω μάθει να δίνω στη μονάδα. Κι ας έχει τα αρχίδια να έρθει να μου πει πως δεν έχει την όρεξη και θέλει να φύγει. Θα τον εκτιμήσω πολύ περισσότερο, σας πληροφορώ. Γιατί αν έστω ένας αποφασίσει πως τελικά θέλει, τότε θα βάλει στην άκρη το "εγώ" του και θα σκέφτεται μόνο το "εμείς". Και δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Ακόμα και για μένα που σας το ζητάω."

     Πλέον δεν υπήρχε αμφισβήτηση και το αντιλήφθηκε. Όλοι τον άκουγαν, ακόμα κι εκείνοι που βρίσκονταν πίσω του.

"Αν σας ζητήσω να κάνετε κάτι που θα σας φαίνεται παράλογο, μη μπείτε στη διαδικασία να αναρωτηθείτε γιατί, όπως κι εγώ δε θα μπω στη διαδικασία να σας το εξηγήσω. Να ξέρετε πάντως ότι θα έχω τους λόγους μου, ακόμα κι αν δεν τους μοιραστώ μαζί σας. Αυτά είχα να πω, ελεύθεροι. Αύριο ξεκινάμε."

     Εκείνοι παρ' όλα αυτά συνέχισαν να τον κοιτούν, πιθανότατα να τον επεξεργάζονται. Ίσως περίμεναν μια τελευταία κουβέντα, μια διευκρίνηση. Κανείς όμως δεν ήθελε να πει το οτιδήποτε, κανείς δεν κουνιόταν. Μόνο τον κοιτούσαν.

Και ξαφνικά, άρχισαν να ξεθωριάζουν..
Κι εκείνος στεκόταν, παρακολουθώντας το νου του να επανέρχεται.
Οι μορφές τους αργά και σταθερά γίνονταν ένα με τη νύχτα. Μπορούσε να δει ακόμα τα μάτια τους να τον κοιτούν επίμονα, καθώς εξαφανίζονταν.. Μα τι να προλάβει να τους πει;
Μέχρι που το μόνο που έμεινε από την εικόνα στο μυαλό του ήταν ένα σχεδόν άδειο μπουκάλι ουίσκι να του κρατά συντροφιά, να τον ακούει όλη αυτή την ώρα.
Ένιωθε το κρύο και την υγρασία να τον βρίσκουν ξανά. Εδώ που θα τους συναντούσε το επόμενο ξημέρωμα..
Κι εκείνος στεκόταν, μόνος.

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Παραμύθια ενός ταξιδιώτη #3



   Κατέβασε την πρώτη γουλιά μετά το τσούγκρισμα κι ένιωσε αμέσως το καψάλισμα στο λαιμό του πιο έντονο από κάθε άλλη φορά. Και τότε κοίταξε πιο προσεκτικά το ποτό. Μόνο είχε ακούσει γι αυτό και παρ' όλο που το ουίσκι δεν ήταν ένας φίλος που απέκτησε πρόσφατα, εντούτοις αμφέβαλε αν είχε δοκιμάσει ποτέ άλλοτε κάτι τόσο έντονο κι ωραίο. Ήταν Johnnie μπλε..
«Το έχω για πιο ιδιαίτερες στιγμές.», αποκρίθηκε ο Σάμουελσον, διαβάζοντας με ευκολία τις σκέψεις του.
«Δε βρίσκεις εύκολα ένα τέτοιο πάντως.»
«Ναι, αλλά έχω κι εγώ τις άκρες μου, μπορείτε να πείτε» απάντησε χαμογελώντας με σιγουριά.
Δεύτερη γουλιά και τα ποτήρια χτύπησαν άδεια το γραφείο.

«Για ποιο λόγο τόση βιασύνη;»
Ο Σάμουελσον τον κοίταξε για λίγες στιγμές, μετρώντας παράλληλα τα λόγια του πριν απαντήσει:
«Δεν ξέρω τι συνθήκες βρήκατε ως τώρα, όπου κι αν δουλέψατε. Στοιχηματίζω καλύτερες από δω, και το ελπίζω δηλαδή. Μα εδώ το καθεστώς είναι αρκετά σκληρό κι η γραφειοκρατία μπορεί να γονατίσει πολύ εύκολα κάθε νέα προσπάθεια. Είμαστε μόλις στο δεύτερο χρόνο λειτουργίας και μετράμε ήδη αρκετά οικονομικά προβλήματα. Αν όλο αυτό δεν αρχίσει να αποδίδει από φέτος μάλιστα..»

   Κοιτάχτηκαν για λίγο. Ήθελε ώρα να ρωτήσει, έψαχνε όμως τον τρόπο. Ίσως τώρα, που το ουίσκι χυνόταν ξανά στα ποτήρια.
«Φαντάζομαι η διάσπαση σας άφησε με πολλά προβλήματα..»
«Δεν υπάρχει τίποτα που να μας άφησε», τον διέκοψε απότομα με μια σκιά στο πρόσωπο ο Σάμουελσον, «πήραν την απόφαση αυτή, τη θεώρησαν πιο συμφέρουσα. Και μεταξύ μας, ήταν. Ξέχασαν όμως πως όλα ξεκινούν και τελειώνουν εδώ, και πως είναι άλλο πράγμα η αλλαγή κι άλλο το ξερίζωμα!»
Αυτή τη φορά δεν υπήρχε γουλιά, παρά ένα απότομο άδειασμα κατευθείαν στο λαρύγγι. Ο Σάμουελσον φώναξε σχεδόν, σπάζοντας την αμήχανη σιωπή:
«Υπάρχει το χρήμα, υπάρχει η δόξα, υπάρχει όμως κι η παράδοση. Τα ιδανικά. Κάθε Οργανισμός πρεσβεύει κάτι από αυτά, κι έτσι κερδίζει τον σεβασμό των υπολοίπων. Αυτοί; Οι φίλοι μας κάποτε; Dons, όπως λέγονται τώρα.. Τι πρεσβεύουν; Πείτε μου!»
Σηκώθηκε από την καρέκλα του και πλησίασε το παράθυρο, μένοντας έτσι για λίγο να κοιτάζει το ποτάμι μακρυά να αντανακλά τον απογευματινό ουρανό.
«Θα έρθει όμως ο καιρός που θα καταλάβουν το λάθος τους.» αποκρίθηκε πιο ήρεμα, μα με τρεμάμενη φωνή. «Θα έρθει η μέρα που θα μας βρουν μπροστά τους, δεν υπάρχει αμφιβολία γι αυτό. Και τότε θα δουν.. Αυτό θέλω να γίνουμε.»
Γύρισε και τον κοίταξε, έτσι αμίλητο που καθόταν για λίγη ώρα τώρα.
«Ένα παράδειγμα. Ότι μπορείς να τα καταφέρεις χωρίς να ξεχάσεις ποιος είσαι! Πού ξεκίνησες, γιατί ξεκίνησες.. Θέλω αυτό που κάνουμε να αντανακλά ό,τι βλέπετε γύρω σας. Για μένα αυτό έχει περισσότερο νόημα, όχι τόσο το να φτάσω ψηλά. Αυτό θα έρθει με τον καιρό και τη δουλειά. Το άλλο όμως.. Δεν αγοράζεται ούτε αποκτάται, όπως αυτό εδώ», δείχνοντάς του το μπουκάλι στο γραφείο.
«Καταλαβαίνετε;»

   Θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί το ουίσκι να δίνει ζωή στις φλόγες που έκαιγαν στα μάτια του όσο τον κοιτούσε περιμένοντας απάντηση.
«Φυσικά, κύριε Σάμουελσον. Ξέρω κι εγώ ένα-δυο πράγματα από ιδανικά!»
Για λίγο επικράτησε ξανά σιωπή. Έπειτα, συνέχισε:
«Ας πιούμε λοιπόν ένα τελευταίο στην υγειά τους! Πριν ξεκινήσουμε.. Μπορείτε να πείτε στον βοηθό μου να μας συναντήσει στο Κέντρο. Ας πάμε κατευθείαν εκεί»
Ο Σάμουελσον ξαναβρήκε το χαμόγελο της σιγουριάς του και με απαλές κινήσεις άνοιξε το μπουκάλι για το τελευταίο γέμισμα πριν την αρχή, γεμίζοντας τα ποτήρια μέχρι πάνω. Τα ύψωσαν και με με μια φωνή ανήγγειλαν την πρόποση:
«Στην υγειά των Dons!»

Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Παραμύθια ενός ταξιδιώτη #2

«Παρακαλώ, καθίστε».
      Του έδειξε τον κόκκινο δερμάτινο καναπέ κι εκείνος δεν έχασε την ευκαιρία. Είχε ήδη περπατήσει πολύ από τη στάση του μετρό, και δεν ήταν πια σε ηλικία ώστε να μην τον νοιάζει.
«Θέλετε να σας προσφέρω ένα φλιτζάνι τσάι;»
«Λίγο καφέ μόνο. Ευχαριστώ πολύ!», απάντησε, αν και στην πραγματικότητα δε συμπαθούσε ιδιαίτερα τίποτε από τα δύο. Αυτό που του κρατούσε συντροφιά όλα αυτά τα χρόνια ήταν το κρασί, κόκκινο κατά προτίμηση. Που κι αυτό στα μεγάλα ζόρια έδινε τη θέση του στο ουίσκι. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η μνήμη του τον εγκατέλειπε έπειτα από μια ιδιαίτερα δύσκολη στιγμή, και τον έβρισκε ξανά σε μέρη που δε γνώριζε, με ανθρώπους που δε θυμόταν. Όπως εκείνο το πρωϊνό στην πλας Μομπέρ, που ξύπνησε νιώθοντας το παγωμένο πεζοδρόμιο κάτω από το μάγουλό του και τα αδιάφορα ποδοβολητά να τον προσπερνούν, νομίζοντάς τον για έναν ακόμα ζητιάνο με κουρελιασμένο πουκάμισο, ιδρωμένο και βρώμικο. Κάπου εκεί ήταν που αποφάσισε -όσο μεγάλη κι αν είναι η πίεση- να διαχειρίζεται λίγο καλύτερα τις αποτυχίες, αν δεν ήθελε μια από αυτές να είναι κι η τελευταία του. Σκεφτόταν πολλές φορές πόσο τυχερός ήταν που δεν τον συνάντησε ποτέ κάποιος γνωστός, συγγενής ή, ακόμα χειρότερα, άνθρωπος της δουλειάς. Τι θα συνέβαινε αν όντως με έβλεπαν; Θα τελείωναν όλα εκεί; Όσο τα σκεφτόταν, θυμήθηκε ότι είχε στη βαλίτσα του ένα μπουκάλι κρασί απείραχτο.. Ίσως να το τιμήσω αργότερα...
«Ο καφές σας.» Η γραμματέας με ένα πλατύ χαμόγελο διέκοψε τον ειρμό του απότομα, κρατώντας ένα φλιτζάνι μπροστά του.
«Σας ευχαριστώ.»
«Ο κύριος Σάμουελσον θα είναι εδώ σε λίγο. Ξέρετε, είναι αρκετά απασχολημένος τον τελευταίο καιρό προσπαθώντας να κλείσει καλύτερες συμφωνίες με τους χορηγούς. Κι εμείς δεν τον βλέπουμε συχνά πλέον στο γραφείο.»
«Καταλαβαίνω, κανένα πρόβλημα..»

    Μαζί του είχε μιλήσει μόνο τηλεφωνικά, κι αν έπρεπε να κρίνει από τη φωνή του, τότε μάλλον είχε να κάνει με έναν ευγενικό, ήσυχο άνθρωπο. Ο τρόπος που του παρουσίασε το πλάνο του, η σιγουριά στα λόγια του, ήταν ο κύριος λόγος που εκείνος αποφάσισε να δεχτεί και να ταξιδέψει ως εδώ.

     Η ώρα περνούσε και καθώς παρατηρούσε τον κόσμο να πηγαινοέρχεται βιαστικά, ξαφνικά ένας άντρας φάνηκε να πλησιάζει προς το μέρος του. Κοντοστάθηκε χαιρετώντας τη γραμματέα, κι έπειτα γύρισε χαμογελώντας και τον κοίταξε. Είχε την όψη απλού, καθημερινού ανθρώπου, από αυτούς που δε θα κρατούσες στη μνήμη σου παραπάνω από 2 δευτερόλεπτα αν τους έβλεπες στο δρόμο. Ήταν κι αυτός προχωρημένης ηλικίας, σχετικά ψηλός κι αδύνατος. Τα ίσια μαλλιά του είχαν καστανό χρώμα κι ήταν αρκετά μακριά ώστε να καλύπτουν του λοβούς των αυτιών του, αν και με τα χρόνια είχαν υποχωρήσει εμφανώς προς τα πίσω. Η κοκκινωπή απόχρωση στο δέρμα του μάλλον δεν ήταν κάτι το αξιοσημείωτο σ' αυτά τα μέρη.
Σηκώθηκε από τον καναπέ και τον χαιρέτησε.

«Πρέπει να είστε ο κύριος Σάμουελσον!»
«Λέγε με Έρικ.», απάντησε διατηρώντας το συνεσταλμένο χαμόγελο. «Πάμε μέσα, τι λέτε;»
Έγνεψε καταφατικά και τον ακολούθησε στο γραφείο του.

    Μπήκαν σε ένα δωμάτιο όχι ιδιαίτερα μεγάλο, με ένα μικρό γραφείο μπροστά από ένα παράθυρο με θέα στο ποτάμι. Μια μικρή βιβλιοθήκη παραδίπλα με λίγα βιβλία πάνω της ήταν το μοναδικό άλλο έπιπλο του δωματίου. Ο Σάμουελσον άφησε το παλτό του και την τσάντα στην καρέκλα του γραφείου, και τον προέτρεψε να κάτσουν στις μπροστινές καρέκλες που ήταν κενές.

«Ελπίζω να είχατε καλό ταξίδι.»
«Αρκετά καλό..»
«Πολύ ωραία, γιατί φοβάμαι ότι δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Έχετε μόνο τη σημερινή για να ξεκουραστείτε, κι από αύριο ξεκινάμε.»
Ξαφνικά το καλοσυνάτο χαμόγελο είχε δώσει τη θέση του σε μια άγρια αποφασιστικότητα και δεν ήξερε αν του άρεσε αυτό που έβλεπε.
«Ξέρετε έχω μόνο λίγες ώρες στην περιοχή και δεν έχω συναντήσει άλλον πέρα από σας...»
«Θα τους συναντήσετε όλους αύριο, ειδικά αυτούς με τους οποίους θα δουλεύετε καθημερινά. Επίσης, ο βοηθός σας θα είναι εδώ σε λίγο να σας εξηγήσει οτιδήποτε χρειάζεται να ξέρετε για τον χώρο. Μπορεί, αν το θέλετε, να μιλήσει αύριο εκείνος με τον Τύπο αντί για εσάς, για τώρα τουλάχιστον.»
«Συνέντευξη τύπου; Αύριο κι όλας;» Ξεροκατάπιε, λες κι ήταν πρωτάρης. Δεν τα περίμενε όλα αυτά τόσο γρήγορα. Αναρωτήθηκε σε το σόι μέρος βρέθηκε αυτή τη φορά για να δουλέψει, κι αν γενικότερα είναι έτσι οι ρυθμοί εδώ τριγύρω.
Ο Σάμουελσον τον κοίταξε συγκαταβατικά κι άρχισε να ψάχνει κάτι στο συρτάρι του γραφείου του.
«Καταλαβαίνω το άγχος σας», του είπε παράλληλα, «κι εγώ άλλωστε πιέζομαι αρκετά τον τελευταίο καιρό. Κάποτε δούλευα ως λογιστής σε μια πολύ μεγάλη εταιρία και πίστευα εκείνο τον καιρό πως είχα φτάσει το μέγιστο της πίεσης που μπορούσα να αντέξω. Έκανα λάθος, προφανώς.. Έμαθα όμως και πώς να το διαχειρίζομαι.»
Κι αμέσως φάνηκε τι έψαχνε μέσα στο συρτάρι. Ακούμπησε πάνω στο γραφείο ένα μισοτελειωμένο μπουκάλι ουίσκι και δυο χαμηλά ποτήρια. Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή. Να και κάτι που δεν περίμενε να συμβεί.,
«Θα μου κάνετε παρέα με ένα ποτηράκι;»



H συνέχεια στα Παραμύθια ενός Ταξιδιώτη #3

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

Παραμύθια ενός ταξιδιώτη #1



    Ξεκίνησε γι άλλη μια φορά άνεργος. Το προτιμούσε πολύ περισσότερο από το να πάει στα σίγουρα, σε κάποια από τις μεγάλες και καλές, εκεί όπου πιθανότατα από τον πρώτο κι όλας χρόνο θα κατάφερνε τα περισσότερα σχεδόν από όσα σχεδίαζε. Κι η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν το μετάνιωσε. Η χαρά του αγνώστου, η ανακάλυψη μιας καινούριας εμπειρίας, η σταδιακή πρόοδος είναι πράγματα που δε βρίσκεις εκεί που κοιτούν οι περισσότεροι. Η πρόκληση πάνω από όλα, ότι θα είσαι εσύ αυτός που θα αλλάξει τη μοίρα μιας συνοικίας, ενός χωριού ή μιας μικρής πόλης.

    Ήταν για χρόνια μια από τις κύριες ασχολίες του. Είχε μάθει να διαχειρίζεται τις επιτυχίες, να μαθαίνει από τις αποτυχίες, αλλά κυρίως να κρατά αναμνήσεις. Σε αυτό το παιχνίδι δεν υπάρχει προορισμός, μόνο το ταξίδι, κι εκείνος ήθελε να το ζήσει όσο πιο γεμάτα μπορούσε. Δε θα ξεχνούσε ποτέ εκείνο το ανοιξιάτικο βράδυ στο Μόναχο, τη συγκίνηση που ένιωσε στο Άμστερνταμ, ή το πόσο φθηνά την είχε γλυτώσει στη Ρωσία εκείνη την παγωμένη νύχτα του Νοέμβρη..

    Και να που τώρα τα βήματά του τον οδηγούσαν στο Κίνγκστον, μια γειτονιά νοτιοδυτικά του Λονδίνου, φημισμένη στα παλιά χρόνια ως το μέρος που οι Αγγλοσάξονες έστεφαν τους βασιλιάδες τους. "Για δες", σκέφτηκε χαμογελώντας καθώς περπατούσε στην κεντρική πλατεία, "ίσως κάπου εδώ γύρω να αναβιώσει μια από αυτές τις μέρες τούτο το έθιμο!". Δεν είχε φτάσει ως εδώ χωρίς να μάθει ό,τι μπορούσε για τον επόμενο σταθμό του. Δεν συνήθιζε άλλωστε κάτι τέτοιο. Ήταν λάτρης της παράδοσης και της ιστορίας, πίστευε ότι αν δεν ήξερε τι είχε συμβεί ως τώρα, δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει κομμάτι του τι θα γίνει στη συνέχεια.

    Ήξερε καλά ότι πριν λίγα χρόνια η πόλη είχε διχαστεί. Η απόφαση της μετοίκησης είχε φέρει αντιμέτωπους ανθρώπους φίλους, που μέχρι πρότινος υποστήριζαν τις ίδιες θέσεις και είχαν κοινές πεποιθήσεις. Ήταν μια ανηλεής μάχη ανάμεσα στο συμφέρον και το συναίσθημα, στο καινούριο και στην παράδοση. Όσοι έφυγαν, έριξαν μαύρη πέτρα κι ένιωσαν από νωρίς δικαίωση γι αυτή τους την απόφαση, μια και τα οφέλη ήταν πολλά. Όσοι έμειναν, συντετριμμένοι και με μόνο πλάνο την αγάπη τους για αυτό που κάποτε γέμιζε την καρδιά τους με περηφάνια, αποφάσισαν να ξεκινήσουν από την αρχή. Μα η αρχή είναι ένα μικρό παιδί που δεν ξέρει να περπατάει, και τα προβλήματα δεν άργησαν να φανούν. Πολλά από αυτά ταλανίζουν αυτή την προσπάθεια ακόμη και σήμερα. Όμως σε μια εποχή που η προσπάθεια υποτιμάται καθημερινά κι οι αξίες πέφτουν ή αφήνονται στην άκρη, εκείνος είχε ήδη αποκτήσει ένα ακόμη ισχυρό κίνητρο να δεχτεί.

    Διέσχιζε την κεντρική λεωφόρο. Μπορούσε πια να δει τον προορισμό του. Είχε ζήσει αυτή την εμπειρία τόσες φορές, το ίδιο άγχος παρ' όλα αυτά, η ίδια έξαψη.. Θυμήθηκε την πρώτη φορά, τότε που δεν ήξερε καλά καλά σε τι συμφωνούσε, ποιες ήταν οι αρμοδιότητές του. Τότε που μοίραζε αμήχανα χειραψίες αριστερά-δεξιά σε όποιον του συστηνόταν, και σκεφτόταν τρομαγμένος τι θα ακολουθούσε. Πόσο μακρινό, κι όμως σαν χθες..

    Έφτασε μπροστά στην πόρτα του κτιρίου. Ήξερε ότι τον περίμεναν από την άλλη μεριά. Τον περίμεναν πιθανότατα για να τους πάει λίγα βήματα πιο πάνω. Πώς να πει όχι σε κάτι τέτοιο; Είχε καλό προαίσθημα για όλα αυτά. Έσπρωξε την πόρτα και καθώς έμπαινε το είδε κρεμασμένο στον τοίχο απέναντι. Ήταν το σύμβολο που ο Ιούλιος Καίσαρας χάρισε σε αυτά τα μέρη πολλά χρόνια πριν. Σε λευκό φόντο, ένας μαύρος δικέφαλος αετός, κι από κάτω "AFC Wimbledon" με μπλε γράμματα. "Αυτό λοιπόν θα φοράω καθημερινά από δω και πέρα;"...



Συνεχίζεται στα Παραμύθια ενός Ταξιδιώτη #2

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Anti-matter


Σηκώθηκε. Έπρεπε, κι άργησε κι όλας.
Ετοιμάστηκε να φύγει χωρίς πολλά πολλά. Άλλη μια μέρα της κονσέρβας ξεκινούσε.
Περπάτησε πάλι στο μουντό πεζοδρόμιο. Όταν ο νους ξαναδούλεψε, ήταν ήδη στο λεωφορείο στριμωγμένος. Από τους άλλους ή από τον ίδιο;

- ''Μπορώ να περάσω; Κατεβαίνω, ευχαριστώ.'' Ένα ευγενικό νεύμα και στην άκρη.

- ''Μαλάκα, δε θα φτάσω ποτέ, γαμώ τα Μέσα μου γαμώ!'', φώναξε το μυαλό του.
- ''Ας ξυπνούσες νωρίτερα'', του απαντά.
- "Σκάσε. Λίγη ώρα είχα χθες να τη δω, από τι ώρα να σαπίσω στο κρεβάτι δηλαδή; Δεν είμαι μόνο σχολή κι εργασίες.''
- "Αυτό να πεις λοιπόν στον άλλον όταν σε ρωτήσει. Και στο αφεντικό αργότερα τα ίδια. «Εγώ ξέρετε είμαι ντραμς, είμαι μπάσκετ, σειρά στο PC, καφές με φίλους, εκείνη.. Δεν πρόλαβα να γίνω κι η εργασία σας». Κι αν δεν πεις αυτό, όλο και κάτι ψεύτικο θα σκεφτείς."
- "Νομίζω, είπα βούλωστο." Κοιτάζω τριγύρω, όλα ακίνητα.

Θυμώνω, αλλά γιατί; Επειδή νομίζω ότι είμαι ανεύθυνος; Ανεύθυνος απέναντι σε τι; Σε αυτά που έπρεπε να κάνω, ή σε αυτά που θέλω να κάνω;
Ανοίγουν οι πόρτες και ξεκινάω. Προς τα πού κατευθύνομαι; Αν με ρωτήσουν ποτέ, τι θα πω; Είμαι αυτά που πρέπει να κάνω; Αυτά που δε θέλω να κάνω μήπως;
Κάποτε πρέπει να πέσει και λίγη μπογιά εδώ τριγύρω. Πολύ καυσαέριο. Μήπως να τους γράψω όλους κι όλα και να πάρω πούλους; Μια αλλαγή ρε παιδί μου, για το γαμώτο. Μπα, ξέρω πως κάποια πράγματα αργά ή γρήγορα θα τα ξαναχρειαστώ και θα τα αναζητήσω. Βασικοί κανόνες διαβίωσης..

- "Ρε μαλάκα, σου φωνάζω από την Αλεξάνδρας!"
- "Α, σόρυ ρε μαν, καλημέρα..''
- "Πάρε καφέ καλύτερα, γιατί δεν τη βγάζεις ως το απόγευμα.. Την εργασία την τελείωσες;"
- "Όχι.."
- "Κατάλαβα, τα αρχίδια μου θα πάρουμε κι οι δυο. Περπάτα μαλάκα, γιατί θα αργήσουμε κι όλας."

   Μπαίνω μέσα. Τα φώτα αναμμένα, κι η μέρα μόλις ξεκίνησε.
Δεν είμαι αυτός που ήμουν πριν. Ακόμα και το ίδιο ή το τίποτα με αλλάζει. Απλά εγώ δεν το καταλαβαίνω. Σαν την περιστροφή της Γης. Δεν τη νιώθεις, ο Ήλιος στη μαρτυρά. Ή έτσι σου είπαν τέλος πάντων.

Δεν είμαι αυτός που ήμουν πριν, ούτε αυτά που νομίζω ότι θέλω να κάνω. Είμαι αυτά που κάνω τώρα, και μετά άλλος πάλι.

Ίσως η μπύρα το βράδυ με βοηθήσει να τα θυμηθώ όλα αυτά, πριν μείνω μόνος μου και θελήσω πάλι να γράψω, πριν κοιμηθώ.